κωλότσεπη
•
- τσέπη παντελονιού, και σπανιότερα φούστας, που βρίσκεται στο πίσω μέρος, στο ύψος του γοφού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωλότσεπη < κωλό- + τσέπη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωλότσεπη | κωλότσεπες |
| Γενική | κωλότσεπης | κωλότσεπων |
| Αιτιατική | κωλότσεπη | κωλότσεπες |
| Κλητική | κωλότσεπη | κωλότσεπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →