κωλόχαρτο
•
- προφορικόχαρτί υγείας Βικιλεξικό
- Ρίχνοντας μέσα της τα κωλόχαρτα, την βούλωσε την λεκάνη…
- μεταφορικάδυσάρεστο ή άχρηστο έγγραφο Βικιλεξικό
- Μου έστειλε πάλι τα κωλόχαρτά της η Εφορία…
- Αυτά τα κωλόχαρτα τι τα κρατάς; Δεν βοηθάνε…
Ετυμολογία
κωλόχαρτο < κωλό- + χαρτ(ί) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωλόχαρτο | κωλόχαρτα |
| Γενική | κωλόχαρτου | κωλόχαρτων |
| Αιτιατική | κωλόχαρτο | κωλόχαρτα |
| Κλητική | κωλόχαρτο | κωλόχαρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →