Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωλώνω

ρήμα
•
  1. σταματώ να προσπαθώ, κολλάω, παρατάω Βικιλεξικό
    • αλλά όταν τους ζήτησαν να φέρουν τα χαρτιά αυτοί κώλωσαν
    • δεν κωλώνει μπροστά σε καμιά δυσκολία
  2. ειδικότεραπαρκάρω ακριβώς ή σχεδόν ακριβώς στην άκρη κάποιου άλλου μέσου ή αντικειμένου Βικιλεξικό
    • κώλωσε το αμάξι σου στο μπροστινό για να χωρέσω κι εγώ

Ετυμολογία

κωλώνω < κώλος + -νω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →