κωλώνω
•
- σταματώ να προσπαθώ, κολλάω, παρατάω Βικιλεξικό
- αλλά όταν τους ζήτησαν να φέρουν τα χαρτιά αυτοί κώλωσαν
- δεν κωλώνει μπροστά σε καμιά δυσκολία
- ειδικότεραπαρκάρω ακριβώς ή σχεδόν ακριβώς στην άκρη κάποιου άλλου μέσου ή αντικειμένου Βικιλεξικό
- κώλωσε το αμάξι σου στο μπροστινό για να χωρέσω κι εγώ
Ετυμολογία
κωλώνω < κώλος + -νω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →