κωμειδύλλιο
•
- θέατροελαφρό είδος θεατρικού έργου, που συνήθως περιλαμβάνει και τραγούδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωμειδύλλιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα κωμειδύλλιον, απλολογία του κωμ(ωδία) + ειδύλλιον, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vaudeville (comédie vaudeville)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωμειδύλλιο | κωμειδύλλια |
| Γενική | κωμειδυλλίου / κωμειδύλλιου | κωμειδυλλίων / κωμειδύλλιων |
| Αιτιατική | κωμειδύλλιο | κωμειδύλλια |
| Κλητική | κωμειδύλλιο | κωμειδύλλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →