κωμικοτραγικός
•
- σχετικός με την κωμικοτραγωδία Βικιλεξικό
- Πῶς τρέμουν μὴν τὴν χάσουνε καὶ πῶς τὴν ἀγαποῦνε / ἡ σαστισμένες κι ἀντιφατικὲς / ψυχές, ποῦ κάθονται -κωμικοτραγικές- (Κωνσταντίνος Καβάφης Η ψυχές των γερόντων, 1901)
Ετυμολογία
κωμικοτραγικός < κωμικ(ός) + -ο- + τραγικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική tragicomique ή από παλαιότερη αγγλική comico-tragical
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κωμικοτραγικός | κωμικοτραγική | κωμικοτραγικό |
| Γενική | κωμικοτραγικού | κωμικοτραγικής | κωμικοτραγικού |
| Αιτιατική | κωμικοτραγικό | κωμικοτραγική | κωμικοτραγικό |
| Κλητική | κωμικοτραγικέ | κωμικοτραγική | κωμικοτραγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κωμικοτραγικοί | κωμικοτραγικές | κωμικοτραγικά |
| Γενική | κωμικοτραγικών | κωμικοτραγικών | κωμικοτραγικών |
| Αιτιατική | κωμικοτραγικούς | κωμικοτραγικές | κωμικοτραγικά |
| Κλητική | κωμικοτραγικοί | κωμικοτραγικές | κωμικοτραγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →