Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωμικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θέατροηθοποιός που παίζει μόνο ή κυρίως σε κωμωδίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωμικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κωμικός < κῶμος + -ικός :* σημασία «που είναι αστείος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική comique

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκωμικός / κωμική / κωμικός / κωμικόκωμικοί / κωμικές / κωμικοί / κωμικά
Γενικήκωμικού / κωμικής / κωμικού / κωμικούκωμικών / κωμικών / κωμικών / κωμικών
Αιτιατικήκωμικό / κωμική / κωμικό / κωμικόκωμικούς / κωμικές / κωμικούς / κωμικά
Κλητικήκωμικέ / κωμική / κωμικέ / κωμικόκωμικοί / κωμικές / κωμικοί / κωμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κωμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την κωμωδία Βικιλεξικό
  2. που προκαλεί το γέλιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωμικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κωμικός < κῶμος + -ικός :* σημασία «που είναι αστείος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική comique

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωμικόςκωμικήκωμικό
Γενικήκωμικούκωμικήςκωμικού
Αιτιατικήκωμικόκωμικήκωμικό
Κλητικήκωμικέκωμικήκωμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωμικοίκωμικέςκωμικά
Γενικήκωμικώνκωμικώνκωμικών
Αιτιατικήκωμικούςκωμικέςκωμικά
Κλητικήκωμικοίκωμικέςκωμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →