κωμόπολη
•
- γεωγραφίακατοικημένη περιοχή μεγαλύτερη από το χωριό και μικρότερη από την πόλη (συνήθως κυμαίνεται μεταξύ δύο και δέκα χιλιάδων κατοίκων) Βικιλεξικό
- το Κιάτο είναι κωμόπολη στο νομό Κορινθίας
Ετυμολογία
κωμόπολη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κωμόπολ(ις) + -η. Συγχρονικά αναλύεται σε κώμ(η) + -ό- + πόλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωμόπολη | κωμοπόλεις |
| Γενική | κωμόπολης | κωμοπόλεων |
| Αιτιατική | κωμόπολη | κωμοπόλεις |
| Κλητική | κωμόπολη | κωμοπόλεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →