κωνίο
•
- ανατομίαείδος κυττάρου στον αμφιβληστροειδή χιτώνα ενός ματιού, που δίνει στον οργανισμό την ικανότητα να διακρίνει τα χρώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωνίο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κωνίον < αρχαία ελληνική κῶνος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cone)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωνίο | κωνία |
| Γενική | κωνίου | κωνίων |
| Αιτιατική | κωνίο | κωνία |
| Κλητική | κωνίο | κωνία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →