Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχήμα κώνου Βικιλεξικό
    • Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)
    • Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών, Yπουργείο Πολιτισμού, Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2000, σελ. 71)
  2. γεωμετρίαπου είναι μέρος ενός κώνου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωνικός < αρχαία ελληνική κωνικός < κῶνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωνικόςκωνικήκωνικό
Γενικήκωνικούκωνικήςκωνικού
Αιτιατικήκωνικόκωνικήκωνικό
Κλητικήκωνικέκωνικήκωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωνικοίκωνικέςκωνικά
Γενικήκωνικώνκωνικώνκωνικών
Αιτιατικήκωνικούςκωνικέςκωνικά
Κλητικήκωνικοίκωνικέςκωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →