κωνσταντίνειος
•
- που έχει σχέση με τον Κωνσταντίνο ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου έχει σχέση με τον Μέγα Κωνσταντίνο ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωνσταντίνειος < μεσαιωνική ελληνική Κωνσταντίνειος < Κωνσταντῖνος < λατινική Constantinus < constans, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος consto
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κωνσταντίνειος | κωνσταντίνεια | κωνσταντίνειο |
| Γενική | κωνσταντίνειου | κωνσταντίνειας | κωνσταντίνειου |
| Αιτιατική | κωνσταντίνειο | κωνσταντίνεια | κωνσταντίνειο |
| Κλητική | κωνσταντίνειε | κωνσταντίνεια | κωνσταντίνειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κωνσταντίνειοι | κωνσταντίνειες | κωνσταντίνεια |
| Γενική | κωνσταντίνειων | κωνσταντίνειων | κωνσταντίνειων |
| Αιτιατική | κωνσταντίνειους | κωνσταντίνειες | κωνσταντίνεια |
| Κλητική | κωνσταντίνειοι | κωνσταντίνειες | κωνσταντίνεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →