Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωνσταντίνειος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Κωνσταντίνο ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου έχει σχέση με τον Μέγα Κωνσταντίνο ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωνσταντίνειος < μεσαιωνική ελληνική Κωνσταντίνειος < Κωνσταντῖνος < λατινική Constantinus < constans, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος consto

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωνσταντίνειοςκωνσταντίνειακωνσταντίνειο
Γενικήκωνσταντίνειουκωνσταντίνειαςκωνσταντίνειου
Αιτιατικήκωνσταντίνειοκωνσταντίνειακωνσταντίνειο
Κλητικήκωνσταντίνειεκωνσταντίνειακωνσταντίνειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωνσταντίνειοικωνσταντίνειεςκωνσταντίνεια
Γενικήκωνσταντίνειωνκωνσταντίνειωνκωνσταντίνειων
Αιτιατικήκωνσταντίνειουςκωνσταντίνειεςκωνσταντίνεια
Κλητικήκωνσταντίνειοικωνσταντίνειεςκωνσταντίνεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →