κωπηλάτηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κωπηλατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωπηλάτηση < κωπηλατώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωπηλάτηση | κωπηλατήσεις |
| Γενική | κωπηλάτησης | κωπηλατήσεων |
| Αιτιατική | κωπηλάτηση | κωπηλατήσεις |
| Κλητική | κωπηλάτηση | κωπηλατήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →