Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωπηλατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον κωπηλάτη ή την κωπηλασία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωπηλατικός < ελληνιστική κοινή κωπηλατικός < αρχαία ελληνική κωπηλάτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωπηλατικόςκωπηλατικήκωπηλατικό
Γενικήκωπηλατικούκωπηλατικήςκωπηλατικού
Αιτιατικήκωπηλατικόκωπηλατικήκωπηλατικό
Κλητικήκωπηλατικέκωπηλατικήκωπηλατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκωπηλατικοίκωπηλατικέςκωπηλατικά
Γενικήκωπηλατικώνκωπηλατικώνκωπηλατικών
Αιτιατικήκωπηλατικούςκωπηλατικέςκωπηλατικά
Κλητικήκωπηλατικοίκωπηλατικέςκωπηλατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →