Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κωπηλατώ

ρήμα
•
  1. κινώ ένα σκάφος στο νερό χρησιμοποιώντας κουπί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κωπηλατώ < αρχαία ελληνική κωπηλατέω < κώπη + ἐλαύνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκωπηλατώκωπηλατείςκωπηλατείκωπηλατούμεκωπηλατείτεκωπηλατούν / κωπηλατούνε
Παρατατικόςκωπηλατούσακωπηλατούσεςκωπηλατούσεκωπηλατούσαμεκωπηλατούσατεκωπηλατούσαν / κωπηλατούσανε
Αόριστοςκωπηλάτησακωπηλάτησεςκωπηλάτησεκωπηλατήσαμεκωπηλατήσατεκωπηλάτησαν / κωπηλατήσαν / κωπηλατήσανε
Μέλλονταςθα κωπηλατήσω / θα κωπηλατώθα κωπηλατήσεις / θα κωπηλατείςθα κωπηλατήσει / θα κωπηλατείθα κωπηλατήσουμε / θα κωπηλατούμεθα κωπηλατήσετε / θα κωπηλατείτεθα κωπηλατήσουν / θα κωπηλατήσουνε / θα κωπηλατούν / θα κωπηλατούνε
Παρακείμενοςέχω κωπηλατήσειέχεις κωπηλατήσειέχει κωπηλατήσειέχουμε κωπηλατήσειέχετε κωπηλατήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κωπηλατήσειείχες κωπηλατήσειείχε κωπηλατήσειείχαμε κωπηλατήσει——
Υποτακτικήνα έχω κωπηλατήσει / να κωπηλατήσω / να κωπηλατώνα έχεις κωπηλατήσει / να κωπηλατήσεις / να κωπηλατείςνα έχει κωπηλατήσει / να κωπηλατήσει / να κωπηλατείνα έχουμε κωπηλατήσει / να κωπηλατήσουμε / να κωπηλατούμενα έχετε κωπηλατήσει / να κωπηλατήσετε / να κωπηλατείτενα κωπηλατήσουν / να κωπηλατήσουνε / να κωπηλατούν / να κωπηλατούνε
Προστακτική—κωπηλάτει / κωπηλάτησε——κωπηλατήστε / κωπηλατείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →