κωσταντινάτο
•
- ιστορίαχρυσό βυζαντινό νόμισμα (με την κεφαλή του Μεγάλου Κωνσταντίνου επάνω του) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηνόμισμα μεγάλης αξίας που θεωρείται ότι έχει αποτρεπτική χρήση και χρησιμοποιείται και ως φυλακτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωσταντινάτο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *κωνσταντινάτον (όπως στο ἁγιοκωνσταντινάτον) < όνομα ελληνιστική κοινή Κωνσταντῖνος + -άτος στο ουδέτερο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωσταντινάτο | κωσταντινάτα |
| Γενική | κωσταντινάτου | κωσταντινάτων |
| Αιτιατική | κωσταντινάτο | κωσταντινάτα |
| Κλητική | κωσταντινάτο | κωσταντινάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →