κωφάλαλος
•
- ο άντρας ή τ' αγόρι που είτε γεννήθηκε κουφό είτε προσβλήθηκε από την κώφωση πριν συμπληρώσει τον 1ο χρόνο του που ακόμα δεν έχει καλλιεργηθεί ο έναρθρος λόγος. Βικιλεξικό
- Σχολή Κωφαλάλων
Ετυμολογία
κωφάλαλος < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου κωφάλαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κωφάλαλος | κωφάλαλοι |
| Γενική | κωφάλαλου / κωφαλάλου | κωφάλαλων / κωφαλάλων |
| Αιτιατική | κωφάλαλο | κωφάλαλους / κωφαλάλους |
| Κλητική | κωφάλαλε | κωφάλαλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →