κωφεύω
•
- προσποιούμαι ότι δεν ακούω καλά Βικιλεξικό
- μεταφορικάδεν υπακούω σε συμβουλές, αδιαφορώ, περιφρονώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κωφεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κωφεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κωφεύω | κωφεύεις | κωφεύει | κωφεύουμε | κωφεύετε | κωφεύουν / κωφεύουνε |
| Παρατατικός | κώφευα | κώφευες | κώφευε | κωφεύαμε | κωφεύατε | κωφεύαν / κωφεύανε / κώφευαν |
| Αόριστος | κώφευσα | κώφευσες | κώφευσε | κωφεύσαμε | κωφεύσατε | κωφεύσαν / κωφεύσανε / κώφευσαν |
| Μέλλοντας | θα κωφεύσω / θα κωφεύω | θα κωφεύεις / θα κωφεύσεις | θα κωφεύει / θα κωφεύσει | θα κωφεύουμε / θα κωφεύσουμε | θα κωφεύετε / θα κωφεύσετε | θα κωφεύουν / θα κωφεύουνε / θα κωφεύσουν / θα κωφεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κωφεύσει | έχεις κωφεύσει | έχει κωφεύσει | έχουμε κωφεύσει | έχετε κωφεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κωφεύσει | είχες κωφεύσει | είχε κωφεύσει | είχαμε κωφεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κωφεύσει / να κωφεύσω / να κωφεύω | να έχεις κωφεύσει / να κωφεύεις / να κωφεύσεις | να έχει κωφεύσει / να κωφεύει / να κωφεύσει | να έχουμε κωφεύσει / να κωφεύουμε / να κωφεύσουμε | να έχετε κωφεύσει / να κωφεύετε / να κωφεύσετε | να κωφεύουν / να κωφεύουνε / να κωφεύσουν / να κωφεύσουνε |
| Προστακτική | — | κώφευε / κώφευσε | — | — | κωφεύετε / κωφεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →