κόβω μονέδα
•
- κερδίζω πολλά χρήματα, έχω μεγάλο κέρδος Βικιλεξικό
- Αυτό ήταν δουλειά: να σκαρώσεις ένα εργοστάσιο για τσίτια κι αλατζάδες· να πουλήσεις πανάκι φτηνό στη φτωχολογιά, να ντύσει τη γύμνια της· και να κόψεις μoνέδα.
Ετυμολογία
κόβω μονέδα < → δείτε τις λέξεις κόβω και μονέδα.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →