κόγχη
•
- αρχιτεκτονικήημικυκλική εσοχή σε τοίχο κτίσματος ή ναού, που έχει κυρίως διακοσμητικό χαρακτήρα Βικιλεξικό
- ανατομίακοιλότητα του σώματος Βικιλεξικό
- Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημερίδα Το Βήμα)
- γεωλογίαείδος κοιλώματος κοντά σε κορυφή βουνού Βικιλεξικό
- ζυμαρικό με εσοχή / κοίλωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόγχη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κόγχη (αρχαία σημασία κέλυφος, κοχύλι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόγχη | κόγχες |
| Γενική | κόγχης | κογχών |
| Αιτιατική | κόγχη | κόγχες |
| Κλητική | κόγχη | κόγχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →