κόθορνος
•
- υπόδησηαρχαίο είδος μπότας με χοντρή σόλα που δενόταν μπροστά με κορδόνια και ταίριαζε και στα δυο πόδια Βικιλεξικό
- οι ηθοποιοί στην αρχαία τραγωδία φορούσαν κοθόρνους για να φαίνονται ψηλότεροι και επιβλητικότεροι
- ειρωνικόπαπούτσι με τεράστιο πέλμα ή φιάπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόθορνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόθορνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόθορνος | κόθορνοι |
| Γενική | κοθόρνου / κόθορνου | κοθόρνων |
| Αιτιατική | κόθορνο | κοθόρνους / κόθορνους |
| Κλητική | κόθορνε | κόθορνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →