Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόθρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η στεφάνη της πίτας, η κόρα που βρίσκεται στην άκρη της Βικιλεξικό
    • Κόθρος, καὶ χρόθος, οἷον, κόθρος τῆς πήττας, κόθρος τοῦ κοσκίνου · καὶ τὰ περὶ τοὺς ποτιζομένους κήπους - μικρὰ τῆς γῆς ὑψώματα κόθρους οἱ χωρικοὶ καλοῦσιν (Γ. Κ., Ακολουθία της διατριβής, Βιέννη, εκ της τυπογραφίας του Λεοπόλδου Γρούνδ, 1811, σελ. 15 https://www.google.gr/books/edition/Akoluthia_tes_diatribes_G_K_epi_tes_kata/OcRUAAAAcAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CE%BA%CF%8C%CE%B8%CF%81%CE%BF%CF%82%22&pg=PA15&printsec=frontcover)
  2. η στεφάνη της σίτας / του κοσκίνου Βικιλεξικό
    • Ἔλασμα λεπτόν ἐκ ξύλου ὀξείας συνήθως, πλάτους ἕως 0,10 τοῦ μέτρου κάμπτεται εἰς κύλινδρον μέ περίμετρον ἕως 0,40 μ. Αὐτό εἶναι ὁ κόθρος. Εἰς τό ἕν ἄνοιγμα τοῦ κόθρου τούτου τανύεται δέρμα λεῖον διάτρητον μὲ ὀπάς, δι ̓ ὧν μόνον ἄλευρον δύναται νὰ διαπεράσῃ καὶ μικροὶ κόκκοι σίτου (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικίσεις, σκεύη και τροφαί, Λαογραφικόν Αρχείον, 1925, σελ. 93)

Ετυμολογία

κόθρος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκόθροςκόθροι
Γενικήκόθρουκόθρων
Αιτιατικήκόθροκόθρους
Κλητικήκόθρεκόθροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →