κόκκα
•
- κυπριακάχαρασσόμενη εγκοπή που εξυπηρετεί αρίθμηση, μέτρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόκκα < ιταλική cocca (η εγκοπή στο πίσω μέρος του βέλους, για τη χορδή του τόξου)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κόκκα < ιταλική cocca (η εγκοπή στο πίσω μέρος του βέλους, για τη χορδή του τόξου)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →