κόκκαλο
•
- άλλη γραφή του κόκαλο Βικιλεξικό
- Η ελιά είναι ο σβέρκος ή αλλιώς ο λαιμός του βόειου. Αρκετά λιπαρό και μαλακό κομμάτι το οποίο μπορεί να μαγειρευτεί με ή χωρίς κόκκαλο, σε σιγανή φωτιά (από ιστοσελίδα σουπερμάρκετ, ανάκτηση στις 9/3/2026)
Ετυμολογία
κόκκαλο < μεσαιωνική ελληνική κόκκαλον < αρχαία ελληνική ὁ κόκκαλος (μετατράπηκε σε ουδέτερο επειδή ήταν ουδέτερο το ὀστοῦν)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόκκαλο | κόκκαλα |
| Γενική | κόκκαλου | κόκκαλων |
| Αιτιατική | κόκκαλο | κόκκαλα |
| Κλητική | κόκκαλο | κόκκαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →