Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόκπιτ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το πιλοτήριο Βικιλεξικό
    • To φως της δημοσιότητας είδαν τα πρώτα σχέδια ενός νέου προηγμένου τεχνολογικά επιβατηγού αεροσκάφους. Το πιο ενδιαφέρον αλλά και εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του νέου σκάφους είναι ότι το κόκπιτ δεν θα βρίσκεται στο μπροστινό τμήμα αλλά σε οποιοδήποτε σημείο επιλέξει ο σχεδιαστής ακόμη και στην… ουρά. (*)

Ετυμολογία

κόκπιτ < αγγλική cockpit < cock + pit

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →