κόλα
•
- φύλλο χαρτιού Βικιλεξικό
- γράψ' το σε παρακαλώ σε μια κόλα αναφοράς
- ούτε καταλάβαμε για πότε μας έμπλεξε και μας τύλιξε σε μια κόλα χαρτί (κυριολεκτικά: σε μια γραπτή μήνυση)
- στον τελικό διαγωνισμό δυστυχώς παρέδωσε λευκή κόλα (δεν έγραψε τίποτα)
- Μόλις του έστελνε χρήματα από το χωριό ο πατέρας του, θα πήγαινε στο βιβλιοχαρτοπωλείο του Λιαναρίδη, θα αγόραζε μπλε κόλες και μ' αυτές θα έντυνε τα βιβλία (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- μέρος του ονόματος γνωστού αναψυκτικού, αλλά και άλλων ανταγωνιστικών παρόμοιων προϊόντων Βικιλεξικό
- δένδρο της Δυτικής Αφρικής Βικιλεξικό
- καρπός του ομώνυμου δένδρου της Δυτικής Αφρικής (εκχύλισμα του οποίου περιέχεται στο γνωστό αναψυκτικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόλα < πιθανόν, παραφθορά της ελληνιστικής λέξης πρωτόκολλον (πρώτη σελίδα περιεχομένων που κολλούσαν στην αρχή του βιβλίου) ή από την μεταγενέστερη χρήση της λέξης πρωτόκολλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόλα | κόλες |
| Γενική | κόλας | — |
| Αιτιατική | κόλα | κόλες |
| Κλητική | κόλα | κόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →