Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόλα

/ˈko.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φύλλο χαρτιού Βικιλεξικό
    • γράψ' το σε παρακαλώ σε μια κόλα αναφοράς
    • ούτε καταλάβαμε για πότε μας έμπλεξε και μας τύλιξε σε μια κόλα χαρτί (κυριολεκτικά: σε μια γραπτή μήνυση)
    • στον τελικό διαγωνισμό δυστυχώς παρέδωσε λευκή κόλα (δεν έγραψε τίποτα)
    • Μόλις του έστελνε χρήματα από το χωριό ο πατέρας του, θα πήγαινε στο βιβλιοχαρτοπωλείο του Λιαναρίδη, θα αγόραζε μπλε κόλες και μ' αυτές θα έντυνε τα βιβλία (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
  2. μέρος του ονόματος γνωστού αναψυκτικού, αλλά και άλλων ανταγωνιστικών παρόμοιων προϊόντων Βικιλεξικό
  3. δένδρο της Δυτικής Αφρικής Βικιλεξικό
  4. καρπός του ομώνυμου δένδρου της Δυτικής Αφρικής (εκχύλισμα του οποίου περιέχεται στο γνωστό αναψυκτικό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κόλα < πιθανόν, παραφθορά της ελληνιστικής λέξης πρωτόκολλον (πρώτη σελίδα περιεχομένων που κολλούσαν στην αρχή του βιβλίου) ή από την μεταγενέστερη χρήση της λέξης πρωτόκολλο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκόλακόλες
Γενικήκόλας—
Αιτιατικήκόλακόλες
Κλητικήκόλακόλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →