Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόλαση

/ˈko.la.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείαο τόπος όπου, κατά τους χριστιανούς, τιμωρούνται μετά το θάνατο οι ψυχές των αμαρτωλών ανθρώπων Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαβάσταχτα σκληρές συνθήκες Βικιλεξικό
    • η ζωή μου έχει γίνει μία κόλαση
    • Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί που το μοιράζανε, και για να πας στο τσαντίρι σου γέμιζε χώμα και μύγες. Κόλαση πραγματική. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 https://www.alithia.gr/kathimerina/sti-gyaro-67)
  3. μεταφορικάμεγάλο ξεφάντωμα, απίστευτο γλέντι Βικιλεξικό
    • μαζευτήκανε 50 άτομα στο πάρτι και έγινε ... κόλαση!

Ετυμολογία

κόλαση < αρχαία ελληνική κόλασις < κολάζω (τιμωρώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκόλασηκολάσεις
Γενικήκόλασηςκολάσεων
Αιτιατικήκόλασηκολάσεις
Κλητικήκόλασηκολάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →