Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόλλυβα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γλύκισμα από βρασμένο στάρι και ξηρούς καρπούς που προσφέρεται σε κηδείες και μνημόσυνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κόλλυβα < μεσαιωνική ελληνική κόλλυβα (γλύκισμα από στάρι) < ελληνιστική κοινή κόλλυβα < μεσαιωνική ελληνική κόλλυβος (μικρό νόμισμα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκόλλυβακόλλυβα
Γενική—κολλύβων
Αιτιατική—κόλλυβα
Κλητική—κόλλυβα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →