Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόλο

/ˈko.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πακέτο, κιβώτιο για εμπορεύματα ή για αποσκευές Βικιλεξικό
    • Περιγραφή του κόλου μεταφοράς, η οποία περιέχει:
    • α) τον τύπο του κόλου π.χ. εξαιρούμενο, βιομηχανικού τύπου 1, 2 ή 3, τύπου Α, τύπου B(U) ή B(M), τύπου C, τον UN αριθμό, την κατηγορία του π.χ. ΛΕΥΚΟ Ι, ΚΙΤΡΙΝΟ ΙΙ ή ΚΙΤΡΙΝΟ ΙΙΙ, και τον Δείκτη Μεταφοράς (Τ.Ι.),
    • β) απεικόνιση/σχέδιο του κόλου μεταφοράς, το οποίο θα αναγράφει κατ’ ελάχιστον τις συνολικές εξωτερικές διαστάσεις, τη μάζα των κύριων συστατικών και τη μικτή μάζα της συσκευασίας
    • (Κατευθυντήριες οδηγίες για την περιγραφή των κόλων (packages) μεταφοράς ραδιενεργών υλικών και την τεκμηρίωση της απόδειξης συμμόρφωσης του σχεδιασμού τους (Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, Ιαν. 2020 https://web.archive.org/web/20230621220731/https://eeae.gr/files/KO/KA-EEAE-KO-012020-01.pdf)

Ετυμολογία

κόλο < (άμεσο δάνειο) ιταλική collo, αρσενικό που θεωρήθηκε ουδέτερο, με απλοποίηση του διπλού συμφώνου, λατινική collum < με απώτατη αρχή την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel- (γυρνάω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκόλοκόλα
Γενικήκόλουκόλων
Αιτιατικήκόλοκόλα
Κλητικήκόλοκόλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →