κόλωμα
•
- άλλη γραφή του κώλωμα Βικιλεξικό
- ιδιωματικόκομμάτι (όπως κομμάτι σε κλειδί αλυσίδας, όπως όταν δένεται ένα καΐκι, ένα πλεούμενο για να τραβηχτεί στη στεριά) Βικιλεξικό
- Α.Ι. Τζαμτζής, Η ναυτιλία του Πηλίου στην Τουρκοκρατία. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1987σελ.76-77 αποσπάστατα@books.google [μεταγραφή σε μονοτονικό]
Ετυμολογία
κόλωμα < κολώνω, γραφή του κωλώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόλωμα | κολώματα |
| Γενική | κολώματος | κολωμάτων |
| Αιτιατική | κόλωμα | κολώματα |
| Κλητική | κόλωμα | κολώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →