Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόμματος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικείοπάρα πολύ όμορφη γυναίκα ή άνδρας Βικιλεξικό
    • Μείναμε μόνοι, και ο κύριος Γκυ αναστέναξε : «Σπουδαία κοπέλα. Σωστός άγγελος! Και κόμματος, ε; Την εμπιστεύεσαι; Πόσα της έχεις πει;» «Μην ξεχνάς ότι είναι η υποδιευθύντρια του «Τεατρίθ» . Τα ξέρει όλα...» (Δημήτρης Καπετανάκης, Η συμμορία της συγκίνησης: μυθιστόρημα, Βιβλιοθήκη της Εστίας, 2007, σελ. 311)
  2. σπάνιομεγάλο κομμάτι, κομματάρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κόμματος < κομμάτι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →