Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόμπρα

/ˈko.bɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φίδιείδος δηλητηριώδους φιδιού της Iνδίας και της Aφρικής. Το χαρακτηριστικό του είναι ότι σηκώνει το μπροστινό μέρος του και το απλώνει σχηματίζοντας μια καλύπτρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κόμπρα < πορτογαλική cobra de capello (φίδι με καπέλο) < λατινική colubra

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκόμπρακόμπρες
Γενικήκόμπρας—
Αιτιατικήκόμπρακόμπρες
Κλητικήκόμπρακόμπρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →