κόμπρα
•
- φίδιείδος δηλητηριώδους φιδιού της Iνδίας και της Aφρικής. Το χαρακτηριστικό του είναι ότι σηκώνει το μπροστινό μέρος του και το απλώνει σχηματίζοντας μια καλύπτρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόμπρα < πορτογαλική cobra de capello (φίδι με καπέλο) < λατινική colubra
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόμπρα | κόμπρες |
| Γενική | κόμπρας | — |
| Αιτιατική | κόμπρα | κόμπρες |
| Κλητική | κόμπρα | κόμπρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →