κόνικλος
•
- θηλαστικό ζώοτο κουνέλι σε χρήση σε σύνθετα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόνικλος (καθαρεύουσα) < ελληνιστική κοινή κόνικλος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κόνικλος (καθαρεύουσα) < ελληνιστική κοινή κόνικλος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →