κόντες
•
- ιδιωματικόο κόμης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόντες < ιταλική conte < παλαιά γαλλική conte / compte < λατινική computus < computo < puto
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόντες | κόντηδες |
| Γενική | κόντε | κόντηδων |
| Αιτιατική | κόντε | κόντηδες |
| Κλητική | κόντε | κόντηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →