κόπρανο
•
- σπάνιοενικός του κόπρανα, το αποπάτημα, το σκατό, το κουράδι, η κουράδα Βικιλεξικό
- Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- ειδικά στην παλαιοντολογία: κοπρόλιθος Βικιλεξικό
- Τα απολιθώματα ταινίας είναι εξαιρετικά σπάνια, ωστόσο οι ερευνητές του Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου του Ρίο Γκράντε είχαν την τύχη να εντοπίσουν μικροσκοπικά αβγά σε ένα απολιθωμένο κόπρανο καρχαρία, το οποίο έκοψαν σε λεπτές φέτες και εξέτασαν στο μικροσκόπιο. (* εφημερίδα Το Βήμα)
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόπρανο | κόπρανα |
| Γενική | κοπράνου / κόπρανου | κοπράνων |
| Αιτιατική | κόπρανο | κόπρανα |
| Κλητική | κόπρανο | κόπρανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →