κόρνα
•
- ηχητικό όργανο οχημάτων που χρησιμοποιείται για προειδοποιητικούς λόγους Βικιλεξικό
- -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
- 1888-1944 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό, (απόσπασμα), στίχ. 3 (1-4)
- συνεκδοχικάτο κορνάρισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόρνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική corne + -α ή (άμεσο δάνειο) ιταλική corna, και τα δύο < δημώδης λατινική*corna < λατινική cornua, πληθυντικός τουcornu
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →