κόρος
•
- ναυτικός όροςη χωρητικότητα των πλοίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόρος < ελληνιστική κοινή κόρος < εβραϊκή כר (kor, ίδιας σημασίας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόρος | κόροι |
| Γενική | κόρου | κόρων |
| Αιτιατική | κόρο | κόρους |
| Κλητική | κόρε | κόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →