κόρφος
•
- λαϊκότροποη αγκαλιά, ο κόλπος, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος Βικιλεξικό
- αποκοιμήθηκε στον κόρφο της μάνας του
- λαϊκότροποτο στήθος, οι μαστοί γυναίκας Βικιλεξικό
- Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν, στροφή 85
- δημοτικήκόλπος θαλάσσιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόρφος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κόρφος < ελληνιστική κοινή *κόλφος (με ανομοίωση [lf > rf]) < αρχαία ελληνική κόλπος (με ανομοίωση διάρκειας [lp > fl]) : Για το *κόλφος δείτε και το golfo καθώς και την τροπή αδελφός > αδερφός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόρφος | κόρφοι |
| Γενική | κόρφου | κόρφων |
| Αιτιατική | κόρφο | κόρφους |
| Κλητική | κόρφε | κόρφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →