κόσμημα
•
- εξάρτημα ενδυμασίας που ομορφαίνει την εξωτερική εμφάνιση αλλά συχνά προσδίδει και κύρος στο άτομο που το φέρει Βικιλεξικό
- Από το 1950 και εντεύθεν η ελληνική αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη χάρη στους ταλαντούχους μαστόρους και ανήσυχους επιχειρηματίες κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία τόσο στο χώρο της τέχνης του κοσμήματος όσο και στον επιχειρηματικό. (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχρυσοχοΐας, 1995, σελ. 15)
- Υπάρχουν πολλά ευγονικά, αποτροπαϊκά και προστατευτικά στοιχεία (λόγω του υλικού, του σχήματος, της διακόσμησης κ.ά.) σε κοσμήματα και εξαρτήματα της ανδρικής και της γυναικείας ενδυμασίας, που τοποθετούνταν σε ζωτικά όργανα του σώματος, από το κεφάλι (εγκέφαλος) μέχρι την κοιλιακή χώρα (γυναικείο και ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα). (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)
- γενικότεραοτιδήποτε κοσμεί, ομορφαίνει Βικιλεξικό
- αυτό το γλυπτό στην κεντρική πλατεία είναι ένα κόσμημα για την πόλη μας
Ετυμολογία
κόσμημα < αρχαία ελληνική κόσμημα < κοσμέω/κοσμῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόσμημα | κοσμήματα |
| Γενική | κοσμήματος | κοσμημάτων |
| Αιτιατική | κόσμημα | κοσμήματα |
| Κλητική | κόσμημα | κοσμήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →