κόσμους
•
- ιδιωματικόο κόσμος, με άρθρο «ου» Βικιλεξικό
- Μυαλό δέν ἔχουν, αὐτός οὑ κόσμους, θά πῶ, εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)
Ετυμολογία
κόσμους: < κόσμος (με κώφωση του καταληκτικού -ος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →