κόστα
•
- ιδιωματικόακτή Βικιλεξικό
- Τρέχουν οἱ ναῦτες ἀπάνω-κάτω. Ἄλλοι στὰ μπράτσα, ἄλλοι στὶς κόστες, ἄλλοι στὰ στράλια. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Βιοπαλαιστής, Λόγια της πλώρης, σελ. 79, 1924)
Ετυμολογία
κόστα < μεσαιωνική ελληνική κόστα < ιταλική costa < λατινική costa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόστα | κόστες |
| Γενική | κόστας | κοστών |
| Αιτιατική | κόστα | κόστες |
| Κλητική | κόστα | κόστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →