κότινος
•
- στην αρχαιότητακλαδί από αγριελιά με το οποίο στεφάνωναν έναν νικητή Βικιλεξικό
- φυτόΚότινος ο κογγύγριος Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ηθική ικανοποίηση που αισθάνεται αυτός που κατόρθωσε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κότινος < αρχαία ελληνική
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →