κόφτρια
•
- επάγγελμαθηλυκό του κόφτης, τεχνίτρια που κόβει δέρματα ή υφάσματα ή άλλα υλικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόφτρια < κόφτ(ης) + κατάληξη θηλυκού -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόφτρια | κόφτριες |
| Γενική | κόφτριας | κοφτριών |
| Αιτιατική | κόφτρια | κόφτριες |
| Κλητική | κόφτρια | κόφτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →