κύαθος
•
- αρχαιολογίααγγείο άντλησης κρασιού από κρατήρα και μετακένωσης σε κύπελλο Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςκούπα, φλιτζάνι Βικιλεξικό
- λόγιοκοιλότητα (σε άνθη κ.λπ.) που μοιάζει με κύαθο ή κύπελλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κύαθος < αρχαία ελληνική κύαθος < προελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κύαθος | κύαθοι |
| Γενική | κύαθου | κύαθων |
| Αιτιατική | κύαθο | κύαθους |
| Κλητική | κύαθε | κύαθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →