Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κύκνειος

/ˈci.kni.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τον κύκνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κύκνειος < αρχαία ελληνική

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκύκνειοςκύκνειακύκνειο
Γενικήκύκνειουκύκνειαςκύκνειου
Αιτιατικήκύκνειοκύκνειακύκνειο
Κλητικήκύκνειεκύκνειακύκνειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκύκνειοικύκνειεςκύκνεια
Γενικήκύκνειωνκύκνειωνκύκνειων
Αιτιατικήκύκνειουςκύκνειεςκύκνεια
Κλητικήκύκνειοικύκνειεςκύκνεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →