Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κύλικα

/ˈci.li.ka/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχαιολογίααρχαίο ελληνικό ανοιχτό αγγείο πόσεως για κρασί με δύο λαβές Βικιλεξικό
    • Η συγκεκριμένη κύλικα, που χρονολογείται μεταξύ του 530 και του 520 π.Χ., ονομάζεται συμβατικά «οφθαλμωτή» χάρη στους πελώριους οφθαλμούς, που κοσμούν εξωτερικά τις δύο πλευρές του αγγείου. Στους δύο μεγάλους οφθαλμούς έχει αποδοθεί αποτροπαϊκός συμβολισμός, που σχετίζεται με λαϊκές δοξασίες για το «κακό μάτι» και την αποτροπή της βασκανίας. («Οφθαλμωτή» κύλικα, Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, cycladic.gr, ανακτήθηκε στις 4/7/2026 https://cycladic.gr/ebeiries/ofthalmoti-kylika/?srsltid=AfmBOoppM9E5qSOojVI_3eGHp1dwwrYPqZ4zEdJzQJsms3EwY5PcOEq7)

Ετυμολογία

κύλικα < αρχαία ελληνική κύλιξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκύλικακύλικες
Γενικήκύλικαςκυλικών
Αιτιατικήκύλικακύλικες
Κλητικήκύλικακύλικες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →