κύπερη
•
- φυτόζιζάνιο που ανήκει στο γένος μονοκοτυλήδονων φυτών κύπειρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κύπερη < ελληνιστική κοινή κύπερος < αρχαία ελληνική κύπειρος < προελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κύπερη | κύπερες |
| Γενική | κύπερης | κυπερών |
| Αιτιατική | κύπερη | κύπερες |
| Κλητική | κύπερη | κύπερες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →