Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυρία

/ciˈɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενήλικη γυναίκα Βικιλεξικό
    • Τότε μπήκαν στο κατάστημα δύο κυρίες για να ψωνίσουν.
  2. λέξη που προτάσσεται πριν από κύρια γυναικεία ονόματα. Παλιότερα αποδιδόταν μόνο σε παντρεμένες γυναίκες, ενώ τώρα αποδίδεται γενικά σε οποιαδήποτε ενήλικη γυναίκα Βικιλεξικό
    • η κυρία Μαρία, η κυρία Παναγιωτοπούλου
    • Η κυρία Τίνα μαζί με την κόρη της, τη Δήμητρα, κάνουν τα ψώνια τους στη λαϊκή αγορά.
    • συντομογραφία: κ., συχνά στην αλληλογραφία: Κα
  3. γυναίκα που χαρακτηρίζεται από αρετές όπως αξιοπρέπεια, ευγένεια Βικιλεξικό
    • μια πραγματική κυρία
  4. έτσι αποκαλείται, από τους μαθητές της, μια δασκάλα ή καθηγήτρια Βικιλεξικό
    • Η κυρία μας θα μας πάει εκδρομή αύριο.
    • Κυρία! κυρία! Να πάω έξω;
  5. συχνά με κεφαλαίοτιμητικά, ή σε όρους για την Παναγία Βικιλεξικό
    • Κυρία των Αγγέλων (η Παναγία)
    • παλιότερα στην αλληλογραφία: Κα
  6. αργκόκακοποιός που δε μιλάει στις αρχές για τους συναδέλφους του (σαν κυρία με πρέπουσα συμπεριφορά) Βικιλεξικό
    • Βαγγέλης Παπάζογλου, Κάτω στα Λεμονάδικα [ρεμπέτικο τραγούδι], 1η στροφή

Ετυμολογία

κυρία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κυρία (οικοδέσποινα), θηλυκό του κύριος και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική madame ή από την ιταλική signora.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυρίακυρίες
Γενικήκυρίαςκυριών
Αιτιατικήκυρίακυρίες
Κλητικήκυρίακυρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

Κυρία

ουσιαστικό
•
  1. η βασίλισσα, η κυρίαρχη γυναίκα θεά Βικιλεξικό
  2. θρησκείαπροσωνυμία της Θεοτόκου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κυρία < αρχαία ελληνική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΚυρίαΚυρίες
ΓενικήΚυρίαςΚυριών
ΑιτιατικήΚυρίαΚυρίες
ΚλητικήΚυρίαΚυρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κύρια

/ˈci.ɾi.a/επίρρημα
•
  1. σπανιότερα από τομε κύριο τρόπο Βικιλεξικό
    • Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον πρόεδρο, αλλά κύρια θέλω να εκφράσω τη βαθιά ευγνωμοσύνη μου σε όλους τους υπαλλήλους που εργάστηκαν ακάματα γι' αυτήν τη μεγάλη επιτυχία.
    • Ο κοινοτικός σύμβουλος Αβδέλλης Ζήσης Βέρρος3 στις 19-5-35 απευθυνόμενος στον Έπαρχο Γρεβενών ως πρόεδρο του Ε.Τ.Ε.Ο (Επαρχιακό Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας) Γρεβενών αναφέρει ότι την κοινότητα Αβδέλλης διαρρέει ορμητικός ποταμός, σχηματιζόμενος από τα γύρω βουνά ο οποίος καθίσταται δύσβατος, κύρια την άνοιξη που οι χιόνες τήκονται και το φθινόπωρο με τις βροχές με αποτέλεσμα η διάβαση για πολλές ημέρες καθίσταται αδύνατος. (Αβδέλλα Γρεβενών – Από το βιβλίο του Βασίλη Αποστόλου «ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΓΡΕΒΕΝΩΝ», grevenamedia.gr, 19/5/2017 https://grevenamedia.gr/avdella-grevenon-apo-to-vivlio-tou-vasili-apostolou-ikismi-grevenon/)

Ετυμολογία

κύρια < κύρι(ος) + -α. Συγκρίνετε με το κυρίως.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →