κώνωπας
•
- λόγιοτο κουνούπι Βικιλεξικό
- Μάτην οἱ τάλανες ζητοῦν νὰ μάθουν τὴν αἰτίαν / − Βλέπω πετῶντα κώνωπα, βλέπω πετῶσαν μυῖαν! − (Γεώργιος Στρατήγης, Κλαίω−Γελώ)
Ετυμολογία
κώνωπας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κώνωψ, από την αιτιατική ενικού: τὸν κώνωπα + -ς (αρσενική κατάληξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κώνωπας | κώνωπες |
| Γενική | κώνωπα | κωνώπων |
| Αιτιατική | κώνωπα | κώνωπες |
| Κλητική | κώνωπα | κώνωπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →