Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κώος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Κω ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κώος < Κως + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκώοςκώακώο
Γενικήκώουκώαςκώου
Αιτιατικήκώοκώακώο
Κλητικήκώεκώακώο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκώοικώεςκώα
Γενικήκώωνκώωνκώων
Αιτιατικήκώουςκώεςκώα
Κλητικήκώοικώεςκώα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →