Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λάγιος

/ˈla.ʝos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. δημοτικήμαύρος, με μαύρο τρίχωμα (κυρίως για πρόβατα και σπανίως για μελαχρινούς ανθρώπους) Βικιλεξικό
    • Πήρανε τ' αρνάκια μου / και τα κατσικάκια μου, / πήραν και το λάγιο αρνί / που 'χε το χρυσό μαλλί. (Το λάγιο αρνί, δημοτικό τραγούδι)

Ετυμολογία

λάγιος < (άμεσο δάνειο) αρωμουνική lai(ŭ) (μαύρος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλάγιοςλάγιαλάγιο
Γενικήλάγιουλάγιαςλάγιου
Αιτιατικήλάγιολάγιαλάγιο
Κλητικήλάγιελάγιαλάγιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλάγιοιλάγιεςλάγια
Γενικήλάγιωνλάγιωνλάγιων
Αιτιατικήλάγιουςλάγιεςλάγια
Κλητικήλάγιοιλάγιεςλάγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →