λάδωμα
•
- η επάλειψη με λάδι Βικιλεξικό
- διαφθοράη δωροδοκία (π.χ. δημόσιου λειτουργού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λάδωμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λάδωμα | λαδώματα |
| Γενική | λαδώματος | λαδωμάτων |
| Αιτιατική | λάδωμα | λαδώματα |
| Κλητική | λάδωμα | λαδώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →